Κειμενο Παρουσιασης Πρωτολειου Ψ

Oι εργαζόμενες-μέλη του Πρωτόλειου Ψ, Μαρία Γεωργιάδου, Αλεξάνδρα Γεωργίου, Κατερίνα Καμπουρίδου, Νίνα Σταυρουλάκη, Μαρία Χαριζάνη και Τζοβάννα Χρήστου γράψαμε και παρουσιάσαμε αυτό το κείμενο στην εκδήλωση παρουσίασης του εγχειρήματος Πρωτόλειο Ψ – Ψυχολογική και Ψυχοκοινωνική Στήριξη που πραγματοποιήθηκε το Σάββατο 6 Απριλίου 2019.

Στο κείμενο αυτό, αναπτύσσουμε όσα αναφέρονται στο flyer μας, σχετικά με τον τρόπο λειτουργίας του Πρωτόλειου Ψ, το γιατί επιλέξαμε να δουλεύουμε συνεργατικά, τη θέση μας ως προς την επικρατούσα ψυχιατρική θέση, τη χρησιμότητα μιας πολύπλευρης οπτικής, την άποψή μας για τον ρόλο και τη θέση των ειδικών και το πώς λαμβάνουμε υπόψη τις κοινωνικές συνθήκες στη δουλειά μας με τους ανθρώπους, κάνοντας μια σύντομη αναδρομή από τη σύσταση της ομάδας μέχρι σήμερα.


Γνωριστήκαμε το 2014 κι αρχίσαμε να συζητάμε για τη δημιουργία μιας ομάδας, από την οποία αφενός θα μπορούσαμε στο μέλλον να βιοποριστούμε, κι αφετέρου να δουλέψουμε με τους δικούς μας όρους. Έκτοτε, έγιναν πολλές κουβέντες για να προσδιοριστούν αυτοί οι όροι, οι οποίοι αφορούσαν κι αφορούν το εργασιακό μας καθεστώς, αλλά και την ποιότητα της εργασίας μας. Ακολούθησαν αυτομορφώσεις, διαβάσματα, συνεδρίες, συν-εποπτείες, σεμινάρια, ημερίδες, αλλά και πιο βιωματικές διαδικασίες, όπως η συμμετοχή μας σε σεμινάριο χοροθεραπείας αλλά και σε θεατρικό παιχνίδι με σκοπό το δέσιμο της ομάδας και την εξομάλυνση των δυσκολιών.

Η πρώτη προσπάθεια αναζήτησης στέγης ήρθε το 2016. Τα ενοίκια ήταν ήδη πολύ υψηλά και το κεφάλαιο σχεδόν ανύπαρκτο, οπότε το αρχικό πλάνο αναβλήθηκε. Αργότερα, τον χειμώνα του 2017, η αναζήτηση άρχισε ξανά. Σύντομα έγινε κατανοητό ότι σ’ αυτή την πόλη η εύρεση χώρου προσβάσιμου σε αμαξίδια είναι, δυστυχώς, απατηλό όνειρο. Εν τέλει, το φθινόπωρο του 2018 βρέθηκε ο χώρος που βρισκόμαστε σήμερα.

Πολλά είναι τα κοινωνικά αντικίνητρα που οδήγησαν στη δημιουργία αυτής της ομάδας. Η αγορά με την ανασφάλιστη, επισφαλή και πολλές φορές απλήρωτη εργασία ως κανόνες, το ανταγωνιστικό πνεύμα σαν ένα plus στο βιογραφικό σου,  ο κοινωνικός κανιβαλισμός ως αναγκαίο κακό είναι από μόνα τους πολύ ισχυρές αιτίες για να μηχανεύεσαι τρόπους να ξεφύγεις απ’ αυτές. Η αυτο-οργάνωση της εργασίας μας μπορεί να προέκυψε ως ανάγκη από το παρόν σύστημα, δεν έπαψε και δεν παύει, όμως, να είναι και μια επιλογή που έχει να κάνει με τα ποιοτικά χαρακτηριστικά που θέλουμε να έχει η δουλειά μας, τόσο σε εργασιακό/συναδελφικό επίπεδο, όσο και στην εξάσκηση του επαγγέλματος αυτού καθεαυτού. Με λίγα λόγια, επιθυμούμε η εργασία μας να μας χωράει ολόκληρες και να δουλεύουμε σε ένα πλαίσιο αμοιβαίου σεβασμού, που να μπορεί να είναι δημιουργικό και παραγωγικό συγχρόνως.

Μετά από την αντίστοιχη έρευνα καταλήξαμε στο να δοκιμάσουμε πώς το αναδυόμενο παράδειγμα των συνεργατικών εγχειρημάτων θα μπορούσε να εφαρμοστεί στον δικό μας τομέα ενδιαφέροντος. Το Πρωτόλειο Ψ, όσον αφορά το νομικό πλαίσιο, είναι μια κοινωνική και συνεταιριστική επιχείρηση συλλογικής και κοινωνικής ωφέλειας (ΚΟΙΝΣΕΠ). Το πλαίσιο της ΚΟΙΝΣΕΠ είναι εξορισμού ένα μοντέλο επιχείρησης με κοινωνικό χαρακτήρα και στοχοθεσία, και καθιερώνει τη συνέλευση των μελών της ως το εκτελεστικό όργανο της, ακολουθώντας ένα δημοκρατικό μοντέλο διαχείρισης. Για να αποκτηθεί αυτό το νομικό πρόσωπο και να ολοκληρωθεί η χαρτούρα της ΚΟΙNΣΕΠ, για λίγο καιρό χρειάστηκε να μεταμορφωθούμε σε κλητήρες.

Στην πράξη, το αποφασιστικό και εκτελεστικό όργανο είναι όντως η εβδομαδιαία συνέλευση. Ανάγκη μας είναι η ζύμωση των ιδεών και των επιθυμιών μας, η ισότιμη συμμετοχή όλων, ο ίσοτιμος καταμερισμός των καθηκόντων και των ευθυνών μας και η ομοφωνία. Όλα αυτά, δίνοντας χώρο στο διάλογο και στην επικοινωνία για να καταλήξουμε σε κοινούς τόπους. Αυτό, εν ολίγοις, σημαίνει ότι δεν ψηφίζουμε, αλλά συζητάμε μέχρι να βρεθεί ένας κοινός τόπος. Η συμμετοχή σε μια συνέλευση απαλλαγμένη από το ιεραρχικό μοντέλο και η εύρεση ενός νομικού πλαισίου που να μας εξασφαλίζει την μέγιστη δυνατή ελευθερία κινήσεων ήταν ζητούμενο για όλες μας. Αντιλαμβανόμαστε τη συνεργασία με όρους περισσότερο συλλογικούς και οριζόντιους και κρατάμε αυτούς τους δικούς μας όρους.

Ο λόγος που επιλέξαμε να εργαζόμαστε έτσι είναι διπλός. Από τη μία για να διασφαλίσουμε τα εργασιακά μας δικαιώματα, ανεξάρτητα από αφεντικά, κι από την άλλη, για να μπορέσουμε να διασφαλίσουμε την ποιότητα των υπηρεσιών μας, ενάντια στην εντατικοποίηση του επαγγέλματος και την κυρίαρχη αντίληψη των πελατειακών σχέσεων, γεγονός που έπαιξε σημαντικό ρόλο στο να διατηρηθούν οι τιμές μας προσβάσιμες σε όσο το δυνατό περισσότερο κόσμο.

Επίσης, το μοίρασμα των γνώσεων και των εμπειριών, καθώς και η αντιμετώπιση των δυσκολιών από κοινού, είναι κάποια ακόμη στοιχεία που ενέχει η συνεργατικότητα για εμάς. Σε αντίθεση με το ατομικιστικό πρότυπο καριέρας, εμείς θέλουμε να δουλεύουμε με το μοίρασμα των εξόδων για ένα ακριβό σεμινάριο, τις αυτομορφώσεις και τα κοινά διαβάσματα ως μέσα για την αυτοβελτίωση και την εξέλιξη της ομάδας μας.

Στην ίδια λογική εντάσσεται και η πρότασή μας για το εργαλείο των συν-εποπτειών. Στο επάγγελμα των ψυχολόγων και σε άλλα του ανθρωπιστικού κλάδου, ο «θεσμός» της εποπτείας συνηθίζεται να θεωρείται βασικό κομμάτι της δουλειάς. Συνήθως, οι εποπτείες γίνονται από κάποια ή κάποιον επαγγελματία πιο έμπειρη/ έμπειρο, μεγαλύτερη/μεγαλύτερο και εξειδικευμένη/εξειδικευμένο.
Εμείς ως πρωτόπειρες θέλαμε να λειτουργήσουμε έξω από αυτό το κατεστημένο, με έναν τρόπο, όμως, που να μην απειλεί την ποιότητα της δουλειάς μας, αλλά να τη διασφαλίζει και να τη βελτιώνει. Με τον όρο συν-εποπτείες αναφερόμαστε στη διαδικασία κατά την οποία μια εργαζόμενη σε καθορισμένο χρόνο μίας ώρας έχει στη διάθεσή της μια εποπτική ομάδα (τα μέλη της οποίας έχουν οριστεί από τη συνέλευση). Με μεθόδους που συνδιαμορφώνονται από τις δύο πλευρές, οι συναντήσεις έχουν στόχο τη συζήτηση προβληματισμών και θεμάτων που ανακινούνται από τη δουλειά της στο Πρωτόλειο Ψ. Με τη συμμετοχή περισσότερων από μιας στη διαδικασία αυτή, εξασφαλίζουμε μια συνολική προσέγγιση στα θέματα και μπορούμε να συνδυάσουμε τις διαφορετικές προσεγγίσεις μας, τις διαφορετικές οπτικές και την πείρα μας, ώστε να αντλούμε από αυτές προς όφελος των ανθρώπων με τους οποίους δουλεύουμε, όπως θα εξηγηθεί και στη συνέχεια.

Οι υπηρεσίες που προσφέρονται στο Πρωτόλειο Ψ είναι:
ατομικές και ομαδικές συνεδρίες
στήριξη και συμβουλευτική
εμψύχωση ομάδων
στήριξη και συμβουλευτική γονέων ή άλλων ατόμων που φροντίζουν παιδιά
ενημέρωση και συμβουλευτική σχετικά με θέματα ψυχικής κατάστασης
στήριξη και συμβουλευτική ομάδων που δουλεύουν σε κοινό εργασιακό περιβάλλον
υποστήριξη της ψυχοκινητικής και κοινωνικής ανάπτυξης παιδιών με δυσκολίες.

Ας το δούμε, όμως, λίγο πιο συγκεκριμένα… Τηλεφωνώντας κάποιος ή κάποια στο Πρωτόλειο Ψ, μιλά με μία από εμάς στο τηλέφωνο, με την οποία ορίζεται κι ένα πρώτο ραντεβού. Αυτό το πρώτο ραντεβού είναι ενημερωτικό και δωρεάν και γίνεται στον χώρο. Στην ενημερωτική αυτή συνάντηση, εξηγείται με λεπτομέρεια ο τρόπος λειτουργίας του Πρωτόλειου Ψ, λαμβάνονται κάποιες πρώτες πληροφορίες σε σχέση με το αίτημα του ατόμου ή των ατόμων, και εξηγούνται οι διαδικασίες του απόρρητου που περικλείει το επάγγελμά μας. Έπειτα, το κάθε αίτημα έρχεται στη συνέλευση, όπου και αποφασίζεται ποια θα το αναλάβει, αλλά και ποιες θα αποτελούν την εποπτική ομάδα.
Αν το/τα άτομο/-α που έρχεται/-ονται σε επαφή μαζί μας ζητήσει/-ουν κάποια από την ομάδα να μην εμπλακεί στη διαδικασία, αυτό γίνεται σεβαστό. Μπορεί αυτή η μη εμπλοκή/μη συμμετοχή να αφορά το μοίρασμα των αρχικών πληροφοριών και τις ομάδες συν-εποπτείας, αλλά φυσικά και το ποια θα πάρει το ρόλο της συνομιλήτριας-ψυχολόγου. Όλα αυτά εξηγούνται από το πρώτο ενημερωτικό ραντεβού. Σε περιπτώσεις που κάποια/-ος ενδιαφερόμενη/-μενος ζητά μια συγκεκριμένη από εμάς για συνεδρίες, αυτό λαμβάνεται υπόψη, αλλά δεν εφαρμόζεται πάντα. Αυτό γιατί σκοπός μας είναι η εμπιστοσύνη του κόσμου στο πλαίσιο, και όχι στην καθεμιά μας μεμονωμένα, εφόσον η δουλειά μας γίνεται μέσα από τη συνεργασία.
Το ποια θα αναλάβει να συνομιλεί με κάποιον/-α ενδιαφερόμενο/-μενη έχει να κάνει με τις διαθέσιμες ώρες που έχει αυτός/-ή δώσει, αλλά, φυσικά, και με την πιθανά διαφορετική εξειδίκευση της καθεμιάς από εμάς η οποία μπορεί να σχετίζεται με το αίτημα. Με την ίδια λογική, αποφασίζονται και τα μέλη της εποπτικής ομάδας, με την προσπάθεια πάντα να τηρείται μια ισορροπία στον αριθμό των εργατο-ωρών που “γράφει” η καθεμία.

Τα μέλη του Πρωτόλειου Ψ έχουμε εξειδικευτεί σε διάφορες κατευθύνσεις του κλάδου της ψυχολογίας, της ψυχοθεραπείας και άλλων συναφών αντικειμένων, όπως η κοινωνική ψυχολογία, οι εξαρτήσεις, η παρεμβαίνουσα μη κατευθυντικότητα-NDI, η συστημική & οικογενειακή ψυχοθεραπεία και η υποβοηθούμενη με ζώα θεραπεία. Συνεχίζουμε να εκπαιδευόμαστε στη συνοδεία σε ψυχωτικές κρίσεις, στην κοινωνική και κοινοτική ψυχιατρική, στην κλινική κοινωνιολογία με εργαλεία βασισμένα στην τέχνη κ.ά. Με αυτόν τον τρόπο, διατηρούμε την διαφορετικότητά μας και την πολυφωνία στην αντίληψη των δυσκολιών των ανθρώπων.


Από τις αρχές της σύστασης μας ως ομάδας ξεκινήσαμε να συνδιαλεγόμαστε πάνω σε ζητήματα θέσης και πλαισίου. Με το όρο θέση εννοούμε το πού τοποθετεί η καθεμία την εαυτή της και τις υπόλοιπες μέσα σ’ ένα πεδίο/σύστημα. Και με τον όρο πλαίσιο, τον περιβάλλοντα χώρο που υπάρχει ή δημιουργούμε και μέσα στον οποίο υπάρχουμε.

Τι σημαίνει για εμάς να δουλεύουμε σαν ψυχολόγες; Το θέλουμε; Με ποιους τρόπους το κάνουμε; Τηρούμε κατά γράμμα κάποια θεραπευτική προσέγγιση; Αντιλαμβανόμαστε τον κόσμο σαν μια ενιαία αντικειμενική πραγματικότητα; Υιοθετούμε μια αλήθεια την οποία αναπαράγουμε ως επιστημονικό θέσφατο; Καμία από αυτές τις ιδέες δε μας άρεσε. Δεν μας άρεσε, επίσης, η ιδέα ενός άκαμπτου και σοβαροφανούς επιστημονικού πλαισίου μέσα στο οποίο θα βοηθάμε ανθρώπους να γίνουν λειτουργικότεροι, αποδοτικότεροι ή να αντέξουν τα βάρη της ζωής τους.

Θελήσαμε ένα πλαίσιο μέσα στο οποίο να δομούμε σχέσεις οριζοντιότητας, όχι μόνο μεταξύ μας, αλλά και με όσους και όσες μας προσεγγίζουν, που να μπορεί να παρέχει ένα ευρύ φάσμα ιδεών ή τρόπων σκέψης που θα μπορούσαν να φανούν χρήσιμα σε άτομα ή ομάδες και να λειτουργήσουμε καταλυτικά ως προς δίπολα όπως αυτό της υγείας-ασθένειας, φυσιολογικού-αποκλίνοντος, λειτουργικού-μη λειτουργικού. Οι έννοιες αυτές ορίζονται κυκλικά, πράγμα που σημαίνει ότι δε μπορεί να οριστεί η μία αν δεν έχει οριστεί πρώτα η άλλη. Και είναι λέξεις που δεν έχουν κανένα νόημα έξω από συγκεκριμένα πολιτισμικά ή κοινωνικοπολιτικά πλαίσια.

Το δίπολο υγείας-ασθένειας που έχει δανειστεί η ψυχολογία από τη ιατρική, κατανέμει τα υποκείμενα σε υγιή και άρρωστα μ’ έναν απόλυτο τρόπο και με βάση κυρίως τα συμπτώματα. Κατόπιν, τα χαρακτηρισμένα ως άρρωστα υποκείμενα κατανέμονται σε πολλαπλές υποκατηγορίες που προσδίδουν στα άτομα συγκεκριμένα χαρακτηριστικά φυσιολογίας ή συμπεριφοράς και για τις οποίες υπάρχουν ενδεδειγμένες θεραπείες. Έτσι, προσεγγίζοντας έναν ή μία ειδικό/ειδική ψυχικής υγείας, το process μοιάζει λίγο- πολύ με αυτό μιας ιατρικής επίσκεψης. Γνωριμία, ιστορικό, αξιολόγηση της κατάστασης, ονοματοδοσία, χρόνος θεραπείας στη διάρκεια της οποίας η/o ειδικός είθισται να είναι αυτή/-ός που γνωρίζει τι είναι αυτό που πρέπει να γίνει και φαντασιώνεται τα αποτελέσματα.

Μέσα σε μια τέτοια διαδικασία, λοιπόν, συμβαίνει αρκετές φορές άτομα να ομαδοποιούνται, πραγματικότητες να αντικειμενοποιούνται  με στόχο την κανονικοποίηση. Παραβλέπονται πράγματα όπως οι προσωπικές αφηγήσεις, τα βιώματα, οι ανάγκες και οι επιθυμίες. Οι διαφόρων ειδών παρεκκλίνουσες συμπεριφορές χαρακτηρίζονται ως παθήσεις/διαταραχές.
Παραβλέπεται, επίσης, κάτι πολύ σημαντικό. Κι αυτό είναι η παροχή όλων των πληροφοριών που αφορούν την επιστημονική άλλα και κοινωνική ή πολιτική προσέγγιση του/της ειδικού, άλλα και τη διαδικασία την οποία θα ακολουθήσει με σκοπό την υποτιθέμενη θεραπεία του ατόμου ή ομάδας.

Το να μπορεί ο/η χρήστης/-τρια μιας υπηρεσίας να έχει ολοκληρωμένη ενημέρωση και πληροφορία και να αποφασίσει αν αυτό που προσφέρεται ως μοντέλο/εργαλείο ή διαδικασία του/της κάνει ή όχι, είναι κάτι που εξαρχής καταλύει τις έννοιες του/της γνώστη/-τριας-ειδικού και της/του άπειρης/-ου και απαίδευτης/-ου ασθενή. Θα μπορούσε κάποιος/-α να πει εδώ πως, όντως, πολλές φορές ισχύει το σχήμα με βάση το οποίο η/ο ειδικός έχει τη γνώση και ο/η χρήστης/-τρια μιας υπηρεσίας όχι. Οι ψυχολόγοι (όπως και όλοι οι επιστήμονες) κατέχουν τη θέση του γνώστη, δηλαδή αυτού που ξέρει τι πρέπει να κάνει κανείς για να είναι καλός, υγιής, σωστός, ευτυχισμένος. Αυτή είναι και η αντίληψη που κυκλοφορεί κοινωνικά για το τι είναι και τι κάνει μια ψυχολόγος. Έτσι, διαμορφώνεται μια σχέση ανισοτιμίας, η οποία είναι ήδη κατασκευασμένη κοινωνικά πολύ πριν συναντηθούμε εμείς με οποιοδήποτε άτομο μας προσεγγίσει. Αυτό είναι κάτι που προσπαθούμε να το έχουμε στο νου μας – ότι, δηλαδή, οι άνθρωποι κουβαλάν μαζί τους τις προκαταλήψεις (για το τι κάνει μια ψυχολόγος) εντός του δωματίου συνάντησης, κι έτσι περιμένουν από εμάς συμβουλές, γνωματεύσεις και διαγνώσεις.

Κριτικά σκεπτόμενες πάνω σε όλα τα παραπάνω, και σε διαλεκτική σχέση με θεωρήσεις όπως αυτή της κοινωνικής ψυχιατρικής, της αντιψυχιατρικής και των ολιστικών προσεγγίσεων, προσπαθήσαμε να οργανώσουμε ένα χώρο ασφάλειας και άνεσης με βασικό στοιχείο το μόνιμο αναστοχασμό πάνω στα ζητήματα αυτά και κάθε τι καινούριο που μας προκύπτει ως προβληματισμός. Δεν παραβλέπουμε με εμμονικό τρόπο ατομικά, γενετικά ή βιολογικά στοιχεία, άλλα συνυπολογίζουμε εξίσου ή και παραπάνω την κοινωνική δυστυχία που οδηγεί σε κατάθλιψη, εθισμούς, ψυχώσεις κ.ά.. Στόχος μας είναι η μη αναπαραγωγή αυτής της σχέσης εξουσίας (δηλαδή της θεραπεύτριας που γνωρίζει και της πελάτισσας ή του πελάτη που δε γνωρίζουν ούτε για τον ίδιο τους τον εαυτό). Ας πούμε ότι κατά τη διάρκεια των συνεδριών έχουμε στο νου μας την ανακατασκευή αυτής της σχέσης με όρους ισοτιμίας.

Έχουμε την παραδοχή πως οι ίδιοι οι άνθρωποι γνωρίζουν σίγουρα καλύτερα από εμάς τι είναι καλό γι’ αυτούς και τι δεν είναι και κατέχουν ένα σύνολο βιωματικών γνώσεων κι εμπειριών χωρίς τις οποίες η/ο φερόμενη/-μενος ως ειδική/-ός δε μπορεί να εργαστεί. Σκεφτόμαστε ότι οι ψυχολόγοι είμαστε κι εμείς υποκείμενα μεγαλωμένα σε κοινωνίες και πλαίσια γεμάτα προκαταλήψεις και πεποιθήσεις τις οποίες πολύ συχνά κινδυνεύουμε να φέρουμε εντός της εργασίας μας. Αυτό που ονομάζεται, δηλαδή, επιστημονική αντικειμενικότητα νομίζουμε πως τελικά δεν υφίσταται.

Ένας τρόπος να διασφαλίζουμε πώς δεν επιβάλουμε τις προσωπικές μας αντιλήψεις κατέχοντας την ταμπέλα της ειδικού, δηλαδή της γνώστριας είναι μέσω του συλλογικού αναστοχασμού μας κατά την διάρκεια των συν-εποπτειών. Σε μια συν-εποπτεία, μία από εμάς μεταφέρει τη δική της οπτική για το πώς είναι τα πράγματα σε σχέση με το άτομο ή τα άτομα με τα οποία δουλεύει και η ομάδα την ακούει και συνομιλεί μαζί της εισάγοντας νέες οπτικές, νέες ιδέες, σκέψεις και προτάσεις. Έτσι, η  συνάντηση των διαφορετικών μας προσεγγίσεων, δίνει χώρο σε αυτή την πολύπλευρη κατανόηση που θεωρούμε εξαιρετικά χρήσιμη και απαραίτητη. Καθώς ακούμε διαφορετικές γνώμες για μια συγκεκριμένη κατάσταση αντιλαμβανόμαστε και εμείς οι ίδιες την πολυπλοκότητα της κατάστασης αυτής και καταλαβαίνουμε ότι για μια αντικειμενική συνθήκη υπάρχουν πολλές υποκειμενικές προσλήψεις  της συνθήκης αυτής. Οπότε η μια και μοναδική αλήθεια παύει να υφίσταται και τη θέση της παίρνει η δημιουργική αβεβαιότητα.

Ένα θέμα που προέκυψε όταν σκεφτήκαμε πάνω στα παραπάνω ήταν το ποιες λέξεις θα χρησιμοποιούμε για την περιγραφή των συνθηκών στις οποίες βρίσκονται τα άτομα όταν ζητάνε τις υπηρεσίες μας. Συζητήσαμε για τις λέξεις και τις φράσεις που ακούγονται και γράφονται συνήθως και συμφωνήσαμε στο ότι μας φαίνεται πως εντείνουν την προκατάληψη περί ψυχολογικών προβλημάτων, πως εντείνουν την παθολογικοποίηση των ατόμων που αναζητούν τις υπηρεσίες ψυχολόγων. Τελικά, προέκυψε η σκέψη πως η λέξη “δυσκολία” περιγράφει το βίωμα των ατόμων και πως μπορεί να χρησιμοποιείται και για συναισθήματα, και για σκέψεις, για συμπεριφορές, για σχέσεις κ.ά.. Κι εμείς πιστεύουμε πως όλα αυτά συνδέονται και αλληλοεπηρεάζονται, γι’ αυτό λέμε ότι «οι δυσκολίες που βιώνουν οι άνθρωποι δεν έχουν μια αιτία ή μια εξήγηση».

Συνηθίζεται παρόλα αυτά, και οι δυσκολίες να γίνονται αντιληπτές ως προβλήματα, και ως προβλήματα να θεωρείται και να αναμένεται πως έχουν μία αιτία και μία λύση. Με το σκεπτικό αυτό, για τις δυσκολίες των ανθρώπων υπάρχει μία αιτία που δημιουργεί ένα πρόβλημα το οποίο αναμένεται να έχει μια λύση. Αυτός είναι ο λεγόμενος γραμμικός τρόπος σκέψης. Με βάση αυτόν, πρέπει να αναζητούμε την αιτία και το αιτιατό. Όταν μιλάμε, όμως, για την ανθρώπινη εμπειρία μπορούμε να παραβλέψουμε ότι ανάμεσα και γύρω από το αιτιατό και την αιτία υπάρχουν άλλοι άνθρωποι, υπάρχουν σχέσεις, σκέψεις, αφηγήσεις, συναισθήματα, προκαταλήψεις, υπάρχει ο χώρος, υπάρχουν το παρελθόν, το παρόν, το μέλλον κλπ. κλπ.;
Πιστεύουμε πως το σύνολο όλων αυτών διαμορφώνει μια κατάσταση, μια συνθήκη, κι έτσι δεν αναζητούμε το πρόβλημα και την αιτία του που αλλάζοντας την θα υπάρξει κάποια λύση.
Πιστεύουμε ότι τα άτομα συχνά δυσκολεύονται μέσα σε καταστάσεις και συνθήκες που διαμορφώνονται κι επηρεάζονται από πολλούς παράγοντες. Πιστεύουμε, επίσης, ότι μια συμπεριφορά, ένα συναίσθημα, μια σκέψη που μπορεί να θεωρούνται προβληματικά, είναι τελικά απλώς ο τρόπος που βρήκε το άτομο να υπάρξει ευρισκόμενο σε μια δύσκολη συνθήκη.

Προσκαλούμε τα άτομα σε μια συζήτηση με σεβασμό στην εμπειρία τους με σκοπό να σκεφτούμε από κοινού για τις δικές τους εξηγήσεις γι’ αυτά που βιώνουν, και ν’ αναζητήσουμε κι άλλους τρόπους σκέψης που μπορεί να δώσουν μια οπτική που ίσως δεν υπήρξε και που ίσως διευκολύνει το βίωμά τους. Ταυτόχρονα, ο μόνιμος αναστοχασμός μας επικεντρώνεται και στη θέση από την οποία βλέπουμε εμείς οι ίδιες τα πράγματα, καθώς προσπαθούμε να μένουμε ανοιχτές σε διαφορετικές οπτικές. Ο λόγος που το κάνουμε αυτό είναι γιατί πιστεύουμε ότι δεν υπάρχει μία σωστή οπτική, όπως αναλογικά δεν πιστεύουμε ότι υπάρχει μια αιτία ή ένα πρόβλημα.

Αν και προερχόμενες από διαφορετικά θεωρητικά πλαίσια επιλέξαμε να δουλεύουμε όλες μη κατευθυντικά. Τι σημαίνει αυτό; Ότι κατά τη διάρκεια της συνεργασίας με όσους/όσες μας προσεγγίζουν δεν έχουμε έτοιμες λύσεις, συμβουλές και θεωρίες σχετικά με το τι είναι σωστό, τι είναι λάθος, τι πρέπει να κάνει κανείς/καμιά για να στρώσει τη ζωή του, ποια είναι η σωστή σχέση, η σωστή μητέρα, ο σωστός τρόπος να αντιμετωπίζει κανείς/καμιά τη ζωή, ποια είναι η σωστή επιλογή επαγγέλματος και βιοπορισμού, τι είναι θεραπευτικό και τι ζημιογόνο.  Αυτό που επιλέγουμε - γιατί αυτό θεωρούμε ότι είναι πιο χρήσιμο- είναι να δημιουργούμε ένα πλαίσιο εντός του οποίου οι άνθρωποι θα τα ανακαλύψουν όλα αυτά οι ίδιοι για τον/την εαυτό/-ή τους, βρίσκοντας τους τρόπους που τους ταιριάζουν και με τους οποίους νιώθουν άνετα να προχωρήσουν τη ζωή τους. Σκεφτόμαστε ότι αυτό προωθεί την αυτονομία των υποκειμένων και προστατεύει τόσο εμάς όσο και αυτούς από την χρόνια εξάρτηση από τη διαδικασία λήψης υπηρεσιών ψυχικής υγείας.
Παρόλαυτα, η επιστήμη της ψυχολογίας είναι γεμάτη από κατασκευές, δηλαδή αντιλήψεις και τοποθετήσεις, περί ψυχικής υγείας και ασθένειας, σωστού τρόπου συμπεριφοράς, σωστών και λάθος επιλογών, υγιών σχέσεων και λειτουργικών ή όχι οικογενειών, κατασκευές που, ας μην ξεχνάμε πως δημιουργήθηκαν μέσα στην κοινωνία που ζούμε - είναι δηλαδή κοινωνικά κατασκευασμένες - και αλλάζουν μαζί με αυτήν. Αυτό σημαίνει ότι συχνά κουβαλάνε πάνω τους αντιλήψεις που προέρχονται από τους κυρίαρχους λόγους, και συχνά αποκλείουν οτιδήποτε διαφορετικό. Με απλά λόγια, πρόκειται για καλούπια στα οποία οι ειδικοί ψυχικής υγείας προσπαθούν να τοποθετήσουν όλους τους ανθρώπους, και όσους δε χωράνε επιδιώκουν να τους διορθώσουν ώστε να χωράνε.
Στον αντίποδα αυτής της στάσης, εμείς προτιμούμε να γνωρίζουμε το κάθε άτομο, τις σχέσεις και τα πλαίσια του ειδικά και αφήνουμε τον χώρο να επιλέξει το ίδιο τι το βολεύει και τι όχι.

Εκτός από την ανισότιμη σχέση μεταξύ του ειδικού και του μη ειδικού, που αναφέρθηκε παραπάνω, εντός των συζητήσεων μας, αναδύονται κι άλλες ανισότιμες σχέσεις, σχέσεις κοινωνικές που κουβαλάνε τα άτομα με τα οποία συνομιλούμε ανάλογα με τους κοινωνικούς τους ρόλους (ρόλοι όπως αυτοί της γυναίκας, του μετανάστη, του παιδιού, της εργάτριας, της λεσβίας, του τρανς ατόμου, του ατόμου με κινητικές δυσκολίες, του ψυχικά ασθενή).

Νομίζουμε πως το κοινωνικό πλαίσιο μπορεί να επηρεάσει σε δύο επίπεδα. Σε ένα πρώτο επίπεδο, είναι οι ίδιες οι συνθήκες που φέρνουν, πιθανά, ένα άτομο αντιμέτωπο με δυσκολίες. Τρόποι ανάλυσης του κόσμου και κοινωνικές πραγματικότητες, όπως ο ρατσισμός, η μετανάστευση, η πατριαρχία, ο σεξισμός, η ομοφοβία, η τρανσφοβία, η τοξικοφοβία, η κουλτούρα του πλουτισμού και ταυτόχρονα η φτώχεια, η κουλτούρα του ευ-ζην και της καλής ψυχικής υγείας, το στίγμα και πιθανά πολλά ακόμη, πιστεύουμε πως δημιουργούν, ούτως ή άλλως, ένα στρεσογόνο και καταπιεστικό κοινωνικό πλαίσιο που μπορεί να δυσκολέψει τη ζωή κάποιων ατόμων.

Τα παραπάνω εύκολα μπορούν να δημιουργήσουν μία δύσκολη καθημερινότητα που κοινωνικά προσφέρει ελάχιστη ασφάλεια και οικονομικά εξασφαλίζει στην καλή περίπτωση τα προς το ζην, αλλά συχνά ούτε καν αυτά. Δε θέλουμε να μηδενίσουμε τις προσωπικές και μοναδικές ιστορίες των ανθρώπων, όμως δεχόμαστε πως μέσα τους εμπεριέχουν αφηγήσεις που σχετίζονται με κοινωνικά προβλήματα.

Αν και προσπαθούμε να αφήνουμε έξω από τα δωμάτια των συναντήσεων μας τις προσωπικές μας προκαταλήψεις και αξίες, η βία και η ανισοτιμία εντός των σχέσεων είναι κάτι που δε στηρίζουμε. Προσπαθούμε, λοιπόν,  να κρατάμε τα μάτια και τα αυτιά μας ανοιχτά σχετικά με τέτοιου τύπου σχέσεις που βιώνουν τα άτομα που μας προσεγγίζουν, να αναγνωρίζουμε τον αντίκτυπό τους στην καθημερινότητα και την ιστορία του κάθε ατόμου, και να δημιουργούμε έναν ασφαλή χώρο διαπραγμάτευσης των βιωμάτων που απέκτησαν τα άτομα μέσα σε τέτοιες ανισότιμες σχέσεις.
Σε ένα δεύτερο επίπεδο, ο τρόπος που συχνά καλούμαστε να ζήσουμε είναι σε τέτοιο βαθμό ατομοκεντρικός που, τελικά, το κάθε άτομο μόνο του καταλήγει να προσπαθεί να λύσει τις δυσκολίες ή τα προβλήματά του, ακόμη κι αν αυτά έχουν κοινωνικό πρόσημο. Ο τρόπος που το κάνει κανείς ή καμιά αυτό είναι ζητώντας τη βοήθεια ενός ψυχολόγου, μιας θεραπεύτριας, λέξεις που κυρίως χρησιμοποιούνται για να περιγράψουν το ρόλο μας. Δε θέλουμε με αυτόν τον τρόπο να ακυρώσουμε τη σημαντικότητα τέτοιων συναντήσεων, λέμε απλά πως αν υπήρχε ένα πιο κοινοτικό μοντέλο συμβίωσης μπορεί κάποιες από τις δυσκολίες να αντιμετωπίζονταν διαφορετικά.

Αν κάτι μπορούμε και επιλέγουμε να κάνουμε ως Πρωτόλειο Ψ, είναι να τα σκεφτόμαστε όλα αυτά και να μην κατηγοριοποιούμε τους ανθρώπους. Ταυτόχρονα, σεβόμαστε το πώς τα άτομα αυτοπροσδιορίζονται, όμως δεν είμαστε αυτές που θα τους δώσουμε έναν προσδιορισμό, αν αυτά δεν το επιθυμούν. Ίσα ίσα, θεωρούμε πως δεν έχουμε καμία εξουσία να ονοματίσουμε ή να στιγματίσουμε άτομα από την ευνοϊκή θέση της “ειδικού”. Έχουμε, για μας κακώς, πια συνηθίσει να βλέπουμε στην καθημερινότητα μας τις δυσκολίες των ατόμων να ταξινομούνται, τα άτομα να τσουβαλιάζονται σε κατηγορίες και γενικότερες ομπρέλες διαταραχών, και τελικά να απομονώνονται και να αντιμετωπίζονται ως ταμπέλες και όχι ως ατομικότητες. Εφόσον μιλάμε για ολόκληρα σύνολα, ομάδες, κοινωνίες  που λειτουργούν αλληλεπιδραστικά, συνδέονται, αλληλοεπηρεάζονται, πιστεύουμε πως δε μπορεί το στίγμα να είναι ατομική υπόθεση και, επομένως, δεν μπορεί να είναι δικαίωμα κάποιου ή κάποιας να προτάσσει τα στερεότυπά του/της απέναντι στις ζωές άλλων ατόμων.